Cisitalia 202: Ένα αυτοκίνητο, κυριολεκτικά έργο τέχνης!

Κάποια αυτοκίνητα, λίγα, έχουν καταφέρει να χαρακτηριστούν "έργα τέχνης". Ένα από αυτά είναι και το Cisitalia 202. Πάμε να το γνωρίσουμε.

Βρείτε μας στο

Κείμενος: Διονύσης Μαλαπέτσας

Υπάρχουν ανά τον κόσμο πολλά μουσεία με πολλά εκθέματα. Επίσης υπάρχουν πολλά αυτοκίνητα και πολλά μουσεία αυτοκινήτων. Ωστόσο υπάρχει ένα αυτοκίνητο, τόσο ξεχωριστό, που εκτίθεται σε ένα μουσείο μοντέρνας τέχνης και μάλιστα όχι σε οποιοδήποτε μουσείο, αλλά στο περίφημο MoMA της Νέας Υόρκης. Ο λόγος για τη Cisitalia 202, μία γνήσια “Vecchia Signora”, ένα αυτοκίνητο κυριολεκτικά έργο τέχνης, που αντιπροσωπεύει επάξια τη μηχανική γλυπτική.

Η διθέσια berlinetta αποτελείται από σωληνωτό πλαίσιο και χαλύβδινο σκελετό συγκολλημένο με ένα αμάξωμα λαξευμένο πάνω σε αλουμίνιο. Αξίζει να σημειωθεί πως το 1951 ο ίδιος ο διευθυντής του μουσείου και διάσημος αρχιτέκτονας, Arthur Drexler, την αποκάλεσε “κυλιόμενο γλυπτό”. Πρόκειται για το πρώτο αυτοκίνητο στον κόσμο που κατάφερε να κατακτήσει μία θέση σε μουσείο μοντέρνας τέχνης.

Η Cisitalia 202 κατασκευάστηκε το 1947 από την εταιρεία Cisitalia (Compagnia Industriale Sportiva Italia) ιδιοκτησίας Piero Ducio, που ιδρύθηκε το 1946 στο Τορίνο. Το αυτοκίνητο σχεδιάστηκε από τον οίκο της Pininfarina και συγκεκριμένα από τους Giovanni Savonuzzi και Dante Giacosa, ενώ βασιζόταν στα μηχανικά μέρη του Fiat 1100. Παρήχθησαν μόλις 170 αυτοκίνητα (τα 17 εξ αυτών convertible) κατά την περίοδο 1947-1952, όλα αριθμημένα και χειροποίητα στις μικρές εγκαταστάσεις της Carrozzeria Stabilimenti Farina που βρίσκονταν στον αριθμό 107 της λεωφόρου Corso Trapani. Θεωρείται το πλέον διάσημο μεταπολεμικό αυτοκίνητο του οίκου Pininfarina.

Η Cisitalia 202 Grand Sport Coupe όπως είναι το πλήρες της όνομα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό στην Triennale του Μιλάνου το 1947 και έκλεψε όλα τα βλέμματα και τις εντυπώσεις χάρη στον όμορφο και λιτό σχεδιασμό της και την εξαιρετική αεροδυναμική της. Λίγο αργότερα βραβεύτηκε με το Gold Cup στο Villa d’Este Concours d’Elegance του Κόμο.

Η σχεδιαστική ευφυία και απλότητα του αυτοκινήτου ήταν αυτά που ενθουσίασαν τους κριτές, καθώς έρχονταν κόντρα στο ρεύμα της εποχής, όπου τα αυτοκίνητα ήταν ογκώδη, με μεγάλα καπό και εξωτερικά φωτιστικά σώματα βιδωμένα στα φτερά. Η Cisitalia 202 έφερε την κληρονομιά των αγωνιστικών αυτοκινήτων και ήταν σχεδιασμένη με γνώμονα την αεροδυναμική, δοκιμασμένη για πρώτη φορά στα χρονικά σε wind tunnel, γεγονός που την έκανε να διαφέρει και την καθιστούσε πρωτοποριακή για την εποχή της. Η Cisitalia 202 αποτέλεσε το προσχέδιο για κάθε σπορ αυτοκίνητο που κατασκευάστηκε έκτοτε.

Μόλις ανοίξει η πόρτα και βρεθεί κανείς στη θέση του οδηγού, η Cisitalia 202 έχει τον τρόπο να τον σαγηνεύσει και να χαράξει για πάντα το όνομά της στην καρδιά και την εικόνα της στη μνήμη οποιουδήποτε λάτρη της χρυσής εποχής της αυτοκίνησης. Το εσωτερικό της πλήρως εναρμονισμένο με το εξωτερικό, απέπνεε το καλλιτεχνικό αίσθημα ενός έργου τέχνης.

Διατίθεντο δύο εκδοχές, μια πολυτελής και μια σπορ. Στη σπορ εκδοχή τα καθίσματα και οι επενδύσεις στις πόρτες ήταν φινιρισμένα από μπλε αλκαντάρα και έσβηναν απαλά στις μπλε σκούρες μοκέτες. Στην πολυτελή εκδοχή συναντούσαμε, αντί για αλκαντάρα, δέρμα καφέ χρώματος και μοκέτες στο χρώμα του πούρου.

Πρωταγωνιστής το σπορ τριάκτινο τιμόνι με τις μεταλλικές ακτίνες του να πλαισιώνονται είτε από κοκάλινο, είτε από ξύλινο στεφάνι. Πίσω του ακριβώς βρίσκονταν δύο μεγάλα στρόγγυλα όργανα με νικελωμένα πλαίσια που έδιναν μία δυναμική πινελιά στο ξύλινο λουστραρισμένο κατακόκκινο ταμπλό, το οποίο κατέληγε σε ένα μικρό ντουλαπάκι μπροστά από το συνοδηγό. Κάτω από την κεντρική κονσόλα συναντούσε κανείς το τσοκ που έπρεπε ο οδηγός να τραβήξει για να εκκινήσει το αυτοκίνητο. Στο πάτωμα, κάτω από το ταμπλό, ξεκινούσε ο λεβιές ταχυτήτων που εκτείνονταν παράλληλα με το μεταξόνιο και κατέληγε σε ένα σφαιρικό μπουλ ξύλινο ή κοκάλινο αντίστοιχα.

Όσον αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά, κάτω από το καπό συναντάμε τον τετρακύλινδρο σε σειρά κινητήρα του Fiat 1100 χωρητικότητας 1089 κ.εκ. του οποίου η μέγιστη ισχύς ήταν 55 ίπποι στις 5500 σ.α.λ. και η ροπή του άγγιζε τα 73,4 Nm στις 3.700 σ.α.λ. Συνδυάζονταν αγαστά με ένα καρμπιρατέρ Weber 36 DR-4 SP. Τη μετάδοση της κίνησης αναλάμβανε ένα μηχανικό κιβώτιο τεσσάρων σχέσεων που μετέφερε την κίνηση στους πίσω τροχούς. Η μέγιστη ταχύτητα ήταν τα 153 χλμ./ώρα ενώ τα 0-100 έρχονταν σε 20,2 δευτερόλεπτα.