Τζουμέρκα: Καταφύγιο απόδρασης

Με 47 χωριά χτισμένα σε πανέμορφο ορεινό περιβάλλον, τα Τζουμέρκα αποτελούν ιδανικό ταξιδιωτικό προορισμό στην καρδιά του χειμώνα

Βρείτε μας στο

Μεγάλη έμφαση έχει δοθεί τα τελευταία χρόνια – όχι άδικα – στον τουρισμό, καθώς η χώρα μας διαθέτει ορισμένους από τους πιο ελκυστικούς ταξιδιωτικούς προορισμούς στον πλανήτη. Αυτό έχει οδηγήσει σε επενδύσεις που έχουν ως στόχο τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών αλλά και των υποδομών. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, που η τουριστική ανάπτυξη δεν συνεπάγεται απαραίτητα μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες ή λαμπερές εκδηλώσεις, αλλά μπορεί να επιτευχθεί απλά, με φυσικό τρόπο.
Τέτοια περίπτωση είναι τα Τζουμέρκα, ο ορεινός όγκος που δεσπόζει στη Δυτική Ελλάδα και προσελκύει κάθε χρόνο πολλούς επισκέπτες. Όπως γίνεται αντιληπτό από την τοποθεσία και το φυσικό της περιβάλλον, η πιο συνηθισμένη περίοδος για να επισκεφθεί κάποιος τα Τζουμέρκα είναι μεταξύ Οκτωβρίου και Απριλίου, δηλαδή μεταξύ φθινοπώρου, χειμώνα και άνοιξης.

Στα Αθαμανικά Όρη
Έτσι είναι επίσης γνωστά τα Τζουμέρκα, η επιβλητική οροσειρά στο νότιο μέρος της Πίνδου, ανάμεσα στον Αχελώο και στον Άραχθο. Με ψηλότερη κορυφή την Κακαρδίτσα στα 2.429 μέτρα, εκτείνονται στους Νομούς Ιωαννίνων, Τρικάλων και Άρτας, και χωρίζονται σε δύο επιμέρους κομμάτια. Το βόρειο, όπου βρίσκεται και η Κακαρδίτσα, είναι εκείνο στους Νομούς Ιωαννίνων και Τρικάλων, όμως το κυρίως κομμάτι της οροσειράς είναι το νότιο, εκείνο που ανήκει κατά το μεγαλύτερο μέρος του στον Νομό Άρτας. Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε πως υπάρχει και η άποψη ότι τα Τζουμέρκα εκτείνονται ουσιαστικά μόνο στο νότιο τμήμα, καθώς το βόρειο με την Κακαρδίτσα αποτελεί ξεχωριστή οντότητα, γεγονός που πάντως δεν θα μας απασχολήσει στο συγκεκριμένο κείμενο, οπότε δεν θα εμβαθύνουμε περαιτέρω. Επιστρέφοντας στα Αθαμανικά Όρη, να επισημάνουμε ότι έχουν διαγράψει ιστορία πολλών αιώνων, καθώς οι Αθαμάνες, από τους οποίους πήρε το όνομά του ο συγκεκριμένος ορεινός όγκος, ήταν αρχαιοελληνικό φύλο που εγκαταστάθηκε εκεί και γνώρισε την ακμή του κατά τον 3ο και 2ο αιώνα π.Χ. Καθώς ο μεγάλος ορεινός όγκος και τα δύσβατα μονοπάτια ήταν ιδανικό καταφύγιο, τα Αθαμανικά Όρη αποτέλεσαν σε δύο περιπτώσεις σημαντικές εστίες αντίστασης.

Η πρώτη ήταν κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, όταν τα Τζουμέρκα έγιναν ένα από τα σημαντικά κέντρα για τους Κλέφτες και τους Αρματολούς, και η δεύτερη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη περίοδο, Κλέφτες και Αρματολοί είχαν σχηματίσει μεγάλες ομάδες, έχοντας διαρκώς το βλέμμα στην απελευθέρωση της περιοχής από τους κατακτητές. Από τη στιγμή που εκεί υπήρχε μια φωτιά η οποία σιγόκαιγε, ο Σουλτάνος είχε αναγκαστεί να παραχωρήσει ορισμένα προνόμια, προκειμένου να μη χάσει τον έλεγχο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο τα χωριά στα Αθαμανικά Όρη χαρακτηρίζονταν ως ελεύθερα και πιο επίσημα ως Κεφαλοχώρια. Αν και η συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν μεγάλη, τόσο σε επίπεδο πολεμικών επιχειρήσεων όσο και αναφορικά με την παραγωγή πολεμιστών, η περιοχή δεν εντάχθηκε στο ελληνικό κράτος παρά έναν αιώνα αργότερα και πιο συγκεκριμένα το 1912, μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Τζουμερκοχώρια
Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου. Ο λόγος για 47 ορεινά χωριά, τα οποία χτίστηκαν ως επί το πλείστον κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, που μαζί με τους οικισμούς γίνονται 65 και εκτείνονται επίσης σε τρεις νομούς. Η πλειονότητα αυτών εντάσσεται στα Ιωάννινα και την Άρτα, ενώ τα λιγότερα βρίσκονται στον Νομό Τρικάλων. Χτισμένα σε ορεινά σημεία που δεν έχουν επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την ανθρώπινη παρουσία, τα Τζουμερκοχώρια είναι από μόνα τους αξιοθέατο της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα συνιστούν την ιδανική βάση για την εξερεύνησή της. Όπως είναι λογικό, ορισμένα χωριά έχουν αναπτυχθεί λίγο περισσότερο από άλλα, ωστόσο έχουν ομαδοποιηθεί κάτω από μια ονομασία, όπως συμβαίνει και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, παρόλο που το κάθε χωριό έχει και τη δική του ονομασία.
Το ορεινό φυσικό ανάγλυφο της περιοχής, τα στενά πέτρινα σοκάκια, τα πετρόχτιστα σπίτια και οι καμινάδες να καπνίζουν, διαμορφώνουν μια όμορφη εικόνα. Η μυρωδιά του καμένου ξύλου από τα τζάκια συνδυάζεται με αρώματα της ορεινής φύσης και την εικόνα από δέντρα που φυτρώνουν σε μεγάλο υψόμετρο, όπως τα έλατα, δημιουργώντας τον ιδανικό καμβά για χειμερινή απόδραση από την καθημερινότητα. Από πλευράς ανάπτυξης ξεχωρίζουν τα Πράμαντα, οι Καλαρρύτες και το Συρράκο, τα οποία διαθέτουν και υποδομές στέγασης που, εκτός από ξενοδοχεία, περιλαμβάνουν αρχοντικά τα οποία έχουν μετατραπεί σε ξενώνες και μικρότερα δωμάτια. Βέβαια, δεν είναι μόνο τα παραπάνω χωριά που αξίζει τον κόπο να επισκεφθεί κάποιος, καθώς το καθένα από τα 47 συνεισφέρει αναλόγως στη δημιουργία της συνολικής εικόνας της περιοχής.

Σημεία ενδιαφέροντος
Τα Τζουμερκοχώρια έχουν πετύχει να διατηρήσουν τον χαρακτήρα τους αναλλοίωτο, κατορθώνοντας να μην… παρασυρθούν από την τουριστική ανάπτυξη, που σε πολλές περιπτώσεις μεταβάλλει τον χαρακτήρα όμορφων τοποθεσιών. Αντιθέτως, αποτελούν ελκυστικό προορισμό για τους φυσιολάτρες ακριβώς για αυτό που είναι, γεγονός που αποδεικνύει ότι το ύφος και ο χαρακτήρας των ταξιδιωτών που προσελκύουν δεν έχουν προκύψει από τύχη. Αν λοιπόν τα χωριά, με την αρχιτεκτονική και την τοποθεσία τους, αποτελούν δημοφιλείς προορισμούς από μόνα τους, αυτό δεν σημαίνει ότι στα Τζουμέρκα δεν υπάρχουν άλλα σημεία ενδιαφέροντος. Πρωτοστατεί σε αυτό η πανέμορφη φύση, που παρά το υψόμετρο συνδυάζει όμορφα φυτά, καταφύγια ζώων και πολλά νερά. Άλλωστε, στην περιοχή υπάρχουν πολλά ποτάμια, τα οποία συμβάλλουν στη φυσική αρμονία και διαμορφώνουν με τον τρόπο τους τη συνολική ομορφιά της. Μια και αναφερόμαστε στο υγρό στοιχείο, αξίζει μια επίσκεψη στο χωριό Καταρράκτης, που ονομάστηκε έτσι λόγω του χαρακτηριστικού του καταρράκτη, καθώς και στα Θεοδώριανα, γνωστά για τους Καταρράκτες της Σούδας.

Εκτός από τους φυσιολάτρες, όμως, τα Τζουμέρκα θα ικανοποιήσουν και όσους αρέσκονται σε θρησκευτικό τουρισμό. Ξεχωρίζουν η Μονή Κηπίνας, μοναστήρι που μοιάζει ενωμένο με τους βράχους, κοντά στους Καλαρρύτες, η Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται στο Βουργαρέλι και διαθέτει τοιχογραφίες του 18ου αιώνα, καθώς και η Κόκκινη Εκκλησιά, που είναι χτισμένη πολύ κοντά στο Βουλγαρέλι. Επειδή όμως η συγκεκριμένη περιοχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με γεφύρια, το πιο ξακουστό της περιοχής είναι το Γεφύρι της Πλάκας, ενώ αξιοσημείωτο είναι και το πέτρινο γεφύρι της Πολίτσας. Ιδιαίτερης μνείας χρίζει το Σπήλαιο Ανεμότρυπα, που απέχει περίπου τρία χιλιόμετρα από τα Πράμαντα και αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες ατραξιόν της περιοχής. Το συγκεκριμένο σημείο αποτέλεσε κοίτη υπόγειου ποταμού, η στάθμη του οποίου έχει διαφοροποιηθεί τρεις φορές δημιουργώντας ένα σπάνιο θέαμα, καθώς τρεις λίμνες συνδυάζονται εντός του σπηλαίου με χρωματιστούς σταλαγμίτες, συνθέτοντας ένα ονειρικό περιβάλλον που σπάνια συναντά κάποιος διά ζώσης.

Δραστηριότητες
Οι λίμνες, τα σπήλαια και τα φαράγγια συνθέτουν το ιδανικό περιβάλλον για φυσιολάτρες. Σημειώνουμε πως στα Τζουμέρκα υπάρχει το ομώνυμο Εθνικό Πάρκο, έκτασης περίπου 820 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με στόχο τη διατήρηση και προστασία των βιότοπων που φιλοξενούν φυτά, άγρια ζώα αλλά και μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς. Επιπλέον, οι πιο αθλητικοί τύποι θα απολαύσουν πεζοπορία ή ακόμη και ορεινή ποδηλασία στη φύση, ενώ αρκετά δημοφιλές είναι και το rafting στον Άραχθο και τον Καλαρρύτικο, δύο ποταμούς της περιοχής. Αν και η περιοχή έχει από μόνη της πολλά αξιοθέατα, εν τούτοις μπορεί να αποτελέσει ορμητήριο και για κοντινές εκδρομές. Πόλεις όπως Ιωάννινα, Άρτα, Καλαμπάκα απέχουν λιγότερο από 100 χιλιόμετρα, ενώ σε κοντινή απόσταση βρίσκονται το Μέτσοβο ή τα Ζαγοροχώρια.

Συνοψίζοντας, τα Τζουμερκοχώρια έχουν κατορθώσει να διατηρήσουν τον δικό τους χαρακτήρα, αποδεικνύοντας πως υπάρχει και άλλος δρόμος για την επιτυχία. Μπορεί ο δρόμος αυτός να είναι ορεινός και σε αρκετές περιπτώσεις δύσβατος, όμως όταν ένας προορισμός είναι τόσο γοητευτικός όσο τα Τζουμέρκα, οι άνθρωποι θα βρουν τον τρόπο να φτάσουν εκεί, ανεξάρτητα από τον κόπο ή το κόστος που αυτό απαιτεί…

Πρόβαση
Καθώς τα Τζουμέρκα έχουν μεγάλη γεωγραφική έκταση, οι αποστάσεις διαφοροποιούνται σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Για ευκολία, μετρήσαμε τις αποστάσεις με επίκεντρο το Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων και το χωριό Πράμαντα, που προσελκύουν μεγάλο αριθμό επισκεπτών κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Η απόσταση από την Αθήνα είναι 418 χιλιόμετρα, ενώ από τη Θεσσαλονίκη είναι 306 χιλιόμετρα. Το πιο συνηθισμένο μέσο πρόσβασης στα Τζουμέρκα είναι το αυτοκίνητο, ενώ και η διαδρομή έχει γίνει σαφώς πιο άνετη μετά την πραγματοποίηση της Ιονίας Οδού. Αφού περάσουμε την Άρτα, υπάρχουν διασταυρώσεις, όπως για παράδειγμα προς Αμμότοπο, όπου στρίβουμε για να ξεκινήσουμε την ορεινή διαδρομή προς Πραμάντα, με τον χρόνο που απαιτείται να υπολογίζεται σχεδόν στις 5 ώρες. Για όσους έχουν ως βάση τη Θεσσαλονίκη, η διάρκεια του ταξιδιού θα είναι σχετικά μικρότερη, αφού υπολογίζεται περίπου στις 3 ώρες και 45 λεπτά. Η πρόσβαση σε αυτή την περίπτωση γίνεται κυρίως μέσω της Εγνατίας Οδού, στην οποία υπάρχουν αρκετές έξοδοι προς Τζουμέρκα, όπως εκείνη προς Τζουμέρκα, Κατσικά ή άλλη προς Τζουμέρκα, Ζαγοροχώρια. Όπως και να ’χει, η φυσική ομορφιά ενός τέτοιου μέρους αποζημιώνει για κάθε χιλιομετρική υπέρβαση που έγινε, με στόχο έναν τέτοιο προορισμό.

Το γνωρίζατε;
Το Γεφύρι της Πλάκας, χτισμένο το 1866 πάνω στον Άραχθο ποταμό, θεωρούνταν το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι στα Βαλκάνια. Το άνοιγμα της καμάρας του έφτανε τα 40 μέτρα, ενώ είχε ύψος 19 μέτρα και άνοιγμα στην κορυφή 3,2 μέτρα. Από το 1881 έως το 1913, το Γεφύρι αποτέλεσε το σύνορο μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού κράτους και στο τελωνείο δίπλα από αυτό, υπογράφτηκε το 1944 η συνθήκη ανακωχής Πλάκας – Μυρόφυλλου μεταξύ ΕΑΜ και ΕΔΕΣ, με την παρουσία των Άρη Βελουχιώτη και Ναπολέοντα Ζέρβα. Το γεφύρι κατέρρευσε το 2015, ενώ έκτοτε την έρευνα έχει αναλάβει το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, με την αναστήλωση να υπολογίζεται πως θα ολοκληρωθεί εντός του 2019.

mm
Γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλοσοφία και Ιστορία Επιστημών στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκανε μεταπτυχιακό στην "Ιστορία και Φιλοσοφία Επιστημών και Τεχνολογίας" (Πανεπιστήμιο Αθηνών και Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο) και ολοκλήρωσε τις σπουδές του με MA στις Ευρωπαϊκές Σπουδές Κοινωνίας, Επιστήμης και Τεχνολογίας (ESST). Από το 2004, έχει συνεργαστεί με περιοδικά και ιστοσελίδες αυτοκινήτου ως συντάκτης, ενώ ήταν μέλος του Γραφείου Τύπου του Ράλι Ακρόπολις από το 2004 έως το 2017. Εντάχθηκε στη δημοσιογραφική ομάδα της εκπομπής και του TractioN Magazine το 2013.

E-mail: ndouzinas@traction.gr