Προσπεράσεις; Τι είναι αυτό;

Βρείτε μας στο

Οι μονομαχίες και οι διεκδικήσεις θέσεων μεταξύ των οδηγών έφτασαν στο ναδίρ το 2017. Η Formula 1 αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα θεαματικότητας και, όπως συνήθως συμβαίνει, κάποιους τους ζώνουν τα φίδια για το μέλλον ενώ κάποιοι άλλοι σηκώνουν αδιάφορα τους ώμους.

Τη δική τους άποψη της ιστορίας λένε οι αριθμοί, τα αιωνίως αμείλικτα στατιστικά στοιχεία που αποκαλύπτουν, ψυχρά και αδιάφορα, το τι πραγματικά συνέβη στη διάρκεια της χρονιάς που πέρασε. Το 2017 λοιπόν, στα 20 Γκραν Πρι του παγκόσμιου πρωταθλήματος, οι προσπεράσεις που καταγράφηκαν ήταν κατά 49% λιγότερες σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν. Οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση για το παρόν της Formula 1 θα μπορούσε να καθίσταται μάταιη μόνο και μόνο από αυτή τη μείωση των προσπεράσεων σχεδόν στο ήμισυ. Εάν μέναμε σε μια αμιγώς αριθμητική θεώρηση, τότε θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα πως το 2017 ήταν μια αξιολησμόνητη σεζόν. Μια ευχή για «προσεχώς καλύτερα» θα έκλεινε το θέμα εδώ – και πάμε παρακάτω. Βεβαίως, κάποιοι θα έπρεπε να κληθούν σε απολογία, να αναλάβουν την ευθύνη για την αξιοσημείωτη σπανιότητα των προσπεράσεων, παρά τις διαρκείς αλλαγές προδιαγραφών με πάγια επιδίωξη τη βελτίωση του θεάματος που προσφέρει η Formula 1. Υποτίθεται ότι με τα μεταμορφωμένα σε διαστάσεις, πιο μεγάλα και πιο γρήγορα μονοθέσια, με πιο φαρδιά ελαστικά κ.λπ., οι αγώνες θα ήταν συγκλονιστικοί και απρόβλεπτοι. Τα δεδομένα αποδεικνύουν ότι απέτυχαν πλήρως οι παρεμβάσεις των «φωστήρων» που διαρκώς συσκέπτονται προκειμένου να προτείνουν λύσεις στα θεμελιώδη προβλήματα της Formula 1. Το 2017 σημειώθηκαν 435 προσπεράσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του πρωταθλήματος. Το 2016 το σύνολο ήταν 866. Και το 2011, την πρώτη χρονιά της επιστροφής που πραγματοποίησε η Pirelli στα Γκραν Πρι, οι προσπεράσεις είχαν φτάσει στον αριθμό – ρεκόρ των 1.150.

Ιστορικά, υπάρχει η εντύπωση πως στη Formula 1, ούτως ή άλλως, ουδέποτε παρατηρήθηκε πληθώρα προσπεράσεων, κάτι που χαρακτηρίζει π.χ. τα Indycars ή τα Nascar στην Αμερική. Αυτό είναι ένα ζήτημα προς εξέταση, καθώς τα στατιστικά λένε ότι έως πριν από το 1993 γίνονταν άνω των 400 προσπεράσεων στη διάρκεια της σεζόν – η οποία ήταν και μικρότερη από αυτήν των αγώνων της πρόσφατης περιόδου. Ο αριθμός έβαινε σταθερά μειούμενος κατά τη δεκαετία του ’90 και φτάνοντας στο 2007, την πρώτη χρονιά του Lewis Hamilton στη Formula 1, οι προσπεράσεις είχαν πέσει στις 270 για όλη τη χρονιά. Εκτός από τον φετινό αγώνα στο Άμπου Ντάμπι, που θύμιζε ελληνική σαπουνόπερα των ’90s, όπου μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει τη δράση σε μηνιαία ή και ετήσια βάση (μολονότι η σειρά ήταν καθημερινή), ενδεικτικό του αδιεξόδου της σημερινής F1 είναι το ρωσικό GP: Στην υπερσύγχρονη πίστα του Σότσι, το καμάρι του Βλαντιμίρ Πούτιν, σημειώθηκε ένα και μοναδικό προσπέρασμα. Ωστόσο, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην ευρύτερη περιοχή, στους δρόμους του Μπακού, έγινε εφέτος ο αγώνας με τις περισσότερες προσπεράσεις, 42 τον αριθμό.

Σε ό,τι αφορά στους οδηγούς, ο κυρίαρχος «άρπαγας και σφετεριστής» των θέσεων άλλων, αναδείχθηκε πανηγυρικά ο Daniel Riccardo της Red Bull με 43 προσπεράσεις. Παρ’ όλο που, ομολογουμένως, η απόδοσή του επισκιάστηκε από τον συνάδελφό του στην ίδια ομάδα, τον Ιπτάμενο Ολλανδό Max Verstappen, o Ricciardo έκανε τουλάχιστον τρεις σπουδαίες κούρσες το 2017 (σε Βρετανία, Ιταλία και Βραζιλία), ξεκινώντας από την ουρά της κατάταξης. Μόνο στο Γκραν Πρι της Βρετανίας ο Ricciardo προσπέρασε 13 φορές, ενώ τουλάχιστον ένα από τα μπαντζάι – μπασίματά του, αυτό επί του Kimi Raikkonen στη Μόντσα, θεωρείται ως μία από τις κορυφαίες στιγμές του 2017.

Δεν είναι όλοι όμως που συμμερίζονται την άποψη των νέων αφεντικών του σπορ ότι κάτι πρέπει να γίνει άμεσα ώστε να βελτιωθεί το θέαμα – δηλαδή να πολλαπλασιαστούν οι μονομαχίες και οι διεκδικήσεις θέσεων. Ο Sebastian Vettel, από το ύψος του θρόνου του ως τετράκις παγκόσμιος πρωταθλητής συνιστά ψυχραιμία: «Κάποιοι αγώνες είναι βαρετοί. Και τι έγινε; Εγώ δεν βλέπω κάποιο πρόβλημα σε αυτό. Πιστεύω ότι τα προσπεράσματα θα πρέπει να είναι ένα επίτευγμα και όχι κάτι που σου προσφέρεται δωρεάν και άκοπα. Γι’ αυτό λέω ότι μερικές φορές είναι καλύτερα να είμαστε ήρεμοι και να αποδεχτούμε πως ένας ανιαρός αγώνας, ή δύο στη σειρά μπορεί να υπάρξουν. Αμέσως μετά θα γίνει μια συγκλονιστική κούρσα και μετά από αυτήν άλλη μία». Άρα, κατά την άποψη του Seb, η F1 δεν μπορεί και μάλλον δεν πρέπει να αλλάξει. Ευτυχώς όμως που μαζί του δεν δείχνει να συμφωνεί και να εφησυχάζει η «τρόικα» που διαδέχτηκε τον Bernie Ecclestone στην ηγεσία του σπορ. Και, τουλάχιστον ο Ross Brawn, κάτι θα πρέπει να «μαγειρέψει» για το καλό της F1. In Ross we trust, λοιπόν, όπως θα έλεγαν και οι Αμερικανοί – εάν ενδιαφέρονταν για τη Formula 1.